// Βιοσυντονισμός (Εναλλακτικές Θεραπείες)

Μνήμη: Οι χάρτες της και η ενίσχυσή της

 

Τοπολογική εικόνα της Μνήμης
            Το ερώτημα του εάν και κατά πόσον μια απολεσμένη μνήμη μας έχει χαθεί για πάντα, είναι ζήτημα που κατά κόρον έχει απασχολήσει τη νευροφυσιολογική επιστημονική έρευνα, για πάνω από έναν αιώνα. Μέχρι στιγμής, τα δεδομένα στη μεγάλη πλειοψηφία των πειραματικών προσεγγίσεων έδειχναν ότι αυτό μάλλον είναι αληθές, Μια πρόσφατη, όμως, έρευνα που δημοσιεύθηκε στο περιοδική eLife, μια διεθνούς κύρους επιθεώρηση επιστημονικών δημοσιεύσεων σχετικά με τις βιο-επιστήμες, δείχνει ότι ίχνη των απολεσμένων μνημών πιθανότατα παραμένουν στους πυρήνες των κυττάρων, βιοχημικά κωδικοποιημένα, που πιθανότατα επιτρέπουν μελλοντική τους ανάκληση ή/και εύκολο σχηματισμό και αποθήκευση νέων, και συσχετιζόμενων με την παλιά, μνημών.
            Η τρέχουσα αποδεκτή θεωρία των νευροεπιστημόνων και νευροβιολόγων είναι ότι οι μνήμες μακράς διάρκειας αποθηκεύονται στις συνάψεις μεταξύ των νευρώνων, που ουσιαστικά είναι ο ενδιάμεσος χώρος μεταξύ δύο γειτονικών νευρωνικών κυττάρων και δια του οποίου διέρχεται η παλμική διέγερση από τον ένα στον άλλο. Ισχυρά τέτοια δίκτυα διαβίβασης, από την πλευρά της βιοχημικής τους ευρωστίας και ορθής λειτουργίας, συντελούν στην καλή διατήρηση μνημών για μεγάλες χρονικές διάρκειες. Οι μνήμες αρχίζουν να χάνονται όταν οι συναπτικές διεργασίες χάνουν σταδιακά την ηλεκτροδυναμική τους ευστάθεια, με αποτέλεσμα πλημμελείς διαβιβάσεις ερεθισμάτων που αντανακλούν στις αιτίες γέννησής τους, όπως είναι οι εικόνες, οι ήχοι, ή και άλλες απτικές, οσφρητικές ή γευστικές διεγέρσεις.
            Στη δημοσιευμένη μελέτη παρουσιάζονται τα εργαστηριακά πειράματα ομάδας ερευνητών από το Πανεπιστήμιο του Los Angeles στην Καλιφόρνια, που έγιναν πάνω σε απομονωμένα κύτταρα νευρώνων των γνωστών θαλασσίων γυμνοσαλιάγκων. Αυτά τοποθετήθηκαν για μελέτη πάνω στα γνωστά εργαστηριακά δισκία καλλιεργειών και, προς έκπληξη των ερευνητών, μέσα σε λίγες μέρες, ανέπτυξαν αυτογενώς έναν αριθμό νευρωνικών συνάψεων.
            Οι επιστήμονες, στη συνέχεια, τροφοδότησαν την καλλιέργεια με τη γνωστή ουσία-νευροδιαβιβαστή σεροτονίνη. Άμεσο αποτέλεσμα αυτής της χορήγησης σεροτονίνης στην καλλιέργεια ήταν η δημιουργία πολλών περισσότερων συνάψεων.  Αυτό σημαίνει ότι η διαδικασία λειτούργησε πανομοιότυπα με εκείνη των ζώντων οργανισμών για την παραγωγή μνημών μακράς διάρκειας.
            Στη συνέχεια, οι ερευνητές εμπόδισαν τη σύνθεση μνημονικών κυκλωμάτων, μέσω της χημικής αναστολής της παραγωγής ενός σχετικού και αναγκαίου γι’ αυτή τη διαδικασία ενζύμου, και άφησαν την καλλιέργεια για 48 ώρες να εξελιχθεί. Παρατήρησαν μετά, όχι μόνο ότι ο αριθμός των νευρωνικών συνάψεων είχε μειωθεί περίπου κοντά στον αρχικό, αλλά και το ότι τα μοτίβα των νευρωνικών συνάψεων είχαν αλλάξει. Αλλά κατά τέτοιο τρόπο, ώστε μερικές από τις αρχικές συνάψεις και μερικές από τις καινούργιες που δημιουργήθηκαν, αυτοαναδιαρθρώθηκαν, με αποτέλεσμα ο τελικός αριθμός συνάψεων να είναι ο ίδιος με τον αρχικό, τον οποίο είχαν δημιουργήσει τα κύτταρα στο μοτίβο των συναπτικών τους επαφών πριν τη χορήγηση της σεροτονίνης.
            Το εύρημα ήταν εκπληκτικό, γιατί υποδείκνυε ότι ένα σύστημα νευρωνικών κυττάρων «γνωρίζει» με κάποιο τρόπο τον επιτρεπτό αριθμό συνάψεων που μπορεί να δημιουργήσει ad hoc. Αυτό συνεπακόλουθα σημαίνει ότι ένα οποιοδήποτε τέτοιο σύστημα νευρωνικών κυττάρων εμπεριέχει την κωδικοποίηση για τη σύνθεση μνημών, μέσω της δημιουργίας όσων νευρωνικών συνάψεων απαιτούνται.
            Μετά από αυτά τα πραγματικά συγκλονιστικά αποτελέσματα, που σε λίγο θα δούμε την τεράστια σημασία τους, οι επιστήμονες της ομάδας αποφάσισαν να επαναλάβουν ένα σύστοιχο πείραμα, αλλά πλέον πάνω στους ίδιους θαλάσσιους γυμνοσάλιαγκες. Φυσικά πλέον ήταν προετοιμασμένοι για το φοβερό αποτέλεσμα που παρατήρησαν. Μειώνοντας χημικά, μέσω της ίδιας ενζυματικής διαδικασίας, την ήδη δημιουργημένη νευρωνική δομή συνάψεων του γυμνοσάλιαγκα, διέγραφαν οριστικά μνήμες του μακράς διάρκειας. Τις επανέφεραν αμέσως μετά με μία μόνο μικρή διέγερση, μέσω χορήγησης αμελητέου σεροτονικού εγχύματος, ώστε ο γυμνοσάλιαγκας αποκαθιστούσε πλήρως τα αρχικά μνημονικά του συναπτικά μοτίβα. Δηλαδή, η μεγάλη απόδειξη ότι τα νευρωνικά κύτταρα περιέχουν την πληροφορία του μνημονικού χάρτη στον οποίο ανήκουν.
            Όπως εξήγησε ο επικεφαλής του πειράματος, νευρολόγος καθηγητής στο UCLA, Δρ. David Glanzman, οι συνάψεις χονδρικά μπορούν να αναπαρασταθούν με τα δάχτυλα ενός πιανίστα κονσέρτου. Ακόμα και εάν ένας πιανίστας έχανε τα δάχτυλά του, θα εξακολουθούσε να γνωρίζει το πώς μπορεί να παίξει μια συγκεκριμένη σονάτα. Το συμπέρασμα βεβαίως είναι εκπληκτικό, διότι φανερώνει, όπως λέει, ότι «οι μνήμες τελικά δεν είναι αποθηκευμένες στις συνάψεις».
            Άλλοι επιστήμονες, ειδικοί και αυτοί στη νευροφυσιολογία και νευροβιολογία, δείχνουν σαστισμένοι με τα ευρήματα της ομάδας του Δρ. Glanzman και επιδιώκουν να είναι περισσότερο συντηρητικοί με την ερμηνεία τους. Λένε ότι, ακόμα και αν οι νευρώνες-νευρωνικά κύτταρα κατέχουν και διατηρούν την πληροφορία για τον αριθμό συνάψεων που μπορούν να δημιουργήσουν, δεν είναι καθόλου ξεκάθαρο το πώς μπορούν να γνωρίζουν το πού θα τοποθετήσουν αυτές τις συνάψεις στο χώρο, σε σχέση με τους γειτονικούς τους, αλλά επίσης και το πόσο βιοχημικά ενεργές θα τις προρυθμίσουν να είναι. Δηλαδή πόσο έντονος ή χαλαρός θα είναι ο ρυθμός νευροδιαβίβασης από και προς τον γειτονικό του νευρώνα. Διότι τόσο το μοτίβο της διευθέτησης στον 3D χώρο των αλληλοσυνάψεών τους, όσο και το μοτίβο νευροδιαβίβασης, είναι ουσιαστικά οι δύο κύριες και βασικές συνιστώσες ύπαρξης της μνήμης.
            Η εργασία, όμως, του Δρ. Glanzman και της ομάδας του πάει πολύ παρά πέρα από την απλή μηχανιστική καταγραφή και θεώρηση των μνημονικών μηχανισμών. Αποκαλύπτει, κι αυτό είναι το συγκλονιστικό, ότι καθώς το βιοχημικό υπόστρωμα των νευρωνικών κυττάρων αλλάζει λόγω νόσων, γήρανσης, φυσικής ηλικιακής εξέλιξης ή ειδικών εξωγενών δράσεων, οι μνήμες αναπλάθονται, ανατοποθετούνται, εμπλουτίζονται ή στεγανοποιούνται (π.χ. Πυθαγόρειο Θεώρημα), και γενικά «κυκλοφορούν» με δυναμικό, ή καλύτερα ηλεκτροδυναμικό τρόπο μέσα στο σώμα του εγκεφαλικού νευρωνικού δικτύου μας.

           

Ηλεκτροδυναμικό zapping για ενίσχυση της Μνήμης
Τα εκπληκτικά αποτελέσματα μιας επίσης πρόσφατης πειραματικής μελέτης για την ενίσχυση της μνήμης είναι σίγουρο ότι σε ελάχιστα χρόνια θα οδηγούν σε συνταγογράφηση ηλεκτροδυναμικών συνεδριών, αντί των φαρμακοχημικών σκευασμάτων για την προστασία της.
Η TMS – Transcranial Magnetic Stimulation, Διακρανιακή Μαγνητική Διέγερση, μέθοδος για την οποία στη στήλη μας αναφερόμαστε τακτικά από το 2005 και μετά, αποτελεί τελικά και επισήμως την αποδεκτή μέθοδο ενίσχυσης της μνήμης. Ήδη από δεκαετίας, έχει εγκριθεί σε ΗΠΑ και Ευρώπη, ως η μέθοδος με τα ουσιαστικότερα αποτελέσματα στην καταπολέμηση νοητικών παρεκβάσεων, όπως η κατάθλιψη, οι επιληψίες και πλήθος από νευρολογικά σύνδρομα.
Παλαιότερες έρευνες είχαν δείξει ότι η TMS μπορεί να ωφελήσει και τη μνήμη, αλλά τώρα αυτό αποδείχθηκε συστηματικά και εστιασμένα. Η TMS χρησιμοποιεί ένα ηλεκτρομαγνητικό πηνίο που τοποθετείται στο κεφάλι του ενδιαφερομένου. Αυτό, μέσω παλμών ρεύματος που δέχεται, δημιουργεί μαγνητικούς παλμούς που διοχετεύονατι στην περιοχή του φλοιού/cortex, διεισδύουν μέχρι ένα ορισμένο βάθος και εξ επαγωγής δημιουργούν μικρορεύματα πάνω στο φλοιό και στα νευρωνικά κυκλώματά του. Το ηλεκτροδυναμικό αυτό φαινόμενο υποχρεώνει τα αδυνατισμένα νευρωνικά συναπτικά κυκλώματα να επαναποκτήσουν και να αποκαταστήσουν πλήρως τη νευροδιαβιβαστική τους λειτουργία, αποκαθιστώντας έτσι πλήρως τις διάφορες νοητικές λειτουργίες.
Στη νεώτερη αυτή κλινική και πειραματική μελέτη που δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο διεθνούς φήμης έγκυρο περιοδικό Science, οι νευροεπιστήμονες, με επικεφαλής τον Δρ. Joel Voss, νευροεπιστήμονα του Northwestern University, αρχικά χρησιμοποίησαν τεχνολογίες υψηλής απεικονιστικής ευκρίνειας των περιοχών του εγκεφάλου πάνω σε 16 νέα και απολύτως υγιή άτομα, που δέχτηκαν να συμμετάσχουν στην εντελώς ανώδυνη και ακίνδυνη αυτή έρευνα. Με τον τρόπο αυτό απεικονίστηκαν με ακρίβεια οι δραστηριοποιούμενες διαφορετικές νευροπεριοχές του εγκεφαλικού φλοιού, καθώς τα άτομα υποβάλλονταν σε έκθεση σειράς εικόνων, ήχων ή συμβάντων με χρονικές ακολουθίες εξέλιξής τους. Η περιοχή των νευρωνικών κυκλωμάτων που ενεργοποιήθηκαν εντοπίστηκε κοντά στη θέση του ιππόκαμπου, και είναι εκείνα που διασυνδέουν τις μνημονικές παραστάσεις από τα προαναφερθέντα ερεθίσματα.
Στη συνέχεια, οι επιστήμονες εφάρμοσαν πραγματικά TMS πίσω από το αριστερό αυτί σε μερικά από τα 16 αυτά άτομα, ενώ στα υπόλοιπα εφάρμοζαν ψευδο-TMS διεγέρσεις, χωρίς βεβαίως να το γνωρίζουν τα ίδια τα άτομα. Οι εφαρμογές γίνονταν σε συνεδρίες των 20 λεπτών, για 5 συνεχείς μέρες, με σκοπό τη διέγερση των μνημονικών δικτύων της σχετικής περιοχής που είχε εντοπιστεί απεικονιστικά. Για να ελεγχθεί μετά εάν υπήρχε κάποιο ουσιαστικό αποτέλεσμα, 24 ώρες μετά το πέρας της τελευταίας συνεδρίας, τα 16 άτομα υποβλήθηκαν σε τεστ αναφορικά με τη δυνατότητά τους να μαθαίνουν τυχαίες λέξεις, συνδεδεμένες με πρόσωπα. Τα άτομα που είχαν δεχθεί τις πραγματικές TMS διεγέρσεις, παρουσίασαν 33% μεγαλύτερη ικανότητα μνημονικής λειτουργίας, από εκείνα που είχαν δεχτεί τις placebo διεγέρσεις.
Οι 24 ώρες μπορεί να μη φαίνονται μεγάλο χρονικό διάστημα, αλλά στην πραγματικότητα, όπως ανέφερε ο καθηγητής Voss, σε σχέση με τις εγκεφαλικές λειτουργίες, είναι ένα πραγματικά τεράστιο χρονικό διάστημα, μέσα στο οποίο ο εγκέφαλος επηρεάζεται ποικιλοτρόπως.
Η ομάδα του καθηγητή συνέχισε με τα τεστ μνημονικών ελέγχων πάνω στους 16 επιλεχθέντες και πάλι, ακριβώς 15 μέρες από τις διεγέρσεις TMS. Έκπληκτοι διαπίστωσαν ότι τα ευεργετικά αποτελέσματα ισχυροποίησης και ενδυνάμωσης της μνήμης παρέμεναν ανεπηρέαστα. Η όλη μελέτη δημοσιεύθηκε στο επίσης διεθνούς φήμης έγκυρο περιοδικό νευροφυσιολογίας Hippocampus.
Η ερευνητική ομάδα είχε επαναλάβει την εγκεφαλική απεικόνιση υψηλής ανάλυσης της εν λόγω εγκεφαλικής περιοχής και μία μέρα μετά το πέρας των TMS διεγέρσεων, αλλά και στις 15 μέρες που έγινε η επανάληψη των τεστ. Διαπίστωσαν βεβαίως και στις δύο αυτές απεικονίσεις των εγκεφάλων, ότι η σχετική εγκεφαλική περιοχή παρουσίαζε έναν εξαιρετικά υψηλό αριθμό νέων νευρωνικών συνάψεων, πολύ πάνω από τον κανονικό της πρώτης απεικόνισης, αλλά και τμημάτων ολόκληρων στη συγκεκριμένη περιοχή, με νέες ενδο-διασυνδέσεις.
Οι επόμενες κλινικές έρευνες του καθηγητή Voss θα είναι πάνω σε ασθενείς με διαταραχές Alzheimer, ασθενείς με τραυματισμένους εγκεφάλους και ασθενείς με σχιζοφρένεια. Φυσικά, οι επιτυχίες είναι δεδομένες, καθώς ήδη αποσπασματικά εφαρμόζονται ανάλογες μέθοδοι από δεκαετίας από μεγάλους νευροφυσιολόγους διεθνούς κύρους, όπως ο Michael Persinger και ο Vilayanur Ramachandran, στο έργο των οποίων κατ’ επανάληψη έχουμε αναφερθεί.
Θα ήταν εγκληματική παράλειψη, κλείνοντας αυτό το άρθρο, να μην αναφερθούμε στη συσκευή TMS papimi, του καθηγητή Δρ. Παναγιώτη Παππά. Εδώ και 20 τουλάχιστον χρόνια, σιωπηλά και με πολλές διώξεις από πολλά (εγ)κατεστημένα, η συσκευή, από όσο είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε, χρησιμοποιείται από πολλούς γιατρούς, εντός αλλά κυρίως εκτός Ελλάδος, απολύτως επιτυχώς, σε ιαματικές, αλλά και πολλές θεραπευτικές και ανακουφιστικές δράσεις σε πολλούς πάσχοντες από σχετικά νοσήματα ή σχετικές νοητικές λειτουργικές παρεκβάσεις.
Επί της θεματολογίας του σημερινού μας άρθρου θα επανέλθουμε σύντομα με κάποιες νέες και συνταρακτικές επιστημονικές ανακαλύψεις, αφού πρώτα τις διασταυρώσουμε. ΗΗ